άτολμος
επίθετο1. Που στερείται τόλμης, θάρρους ή αποφασιστικότητας· που φοβάται να αναλάβει κινδύνους ή πρωτοβουλίες.
2. (για ενέργεια, σχέδιο ή καλλιτεχνική δημιουργία) Που χαρακτηρίζεται από έλλειψη δυναμισμού, ρίσκου ή ρηξικέλευθων στοιχείων.
Συνώνυμα
δειλός διστακτικός φοβητσιάρης λιπόψυχος αναποφάσιστος συγκρατημένος άβουλος άνανδρος δειλιασμένος άψυχος ντροπαλός υποχωρητικός παθητικός άπραγος χλιαρός άτονος
Αντώνυμα
τολμηρός θαρραλέος αποφασιστικός ατρόμητος γενναίος ανδρείος ριψοκίνδυνος παράτολμος απτόητος αφόβητος δυναμικός θρασύς ρηξικέλευθος
Παραδείγματα χρήσης
- Ήταν υπερβολικά άτολμος για να της ομολογήσει τα συναισθήματά του.
- Η κυβέρνηση ανακοίνωσε μια σειρά από άτολμα μέτρα που δεν έλυσαν το οικονομικό πρόβλημα.
- Μην είσαι τόσο άτολμη στις επαγγελματικές σου επιλογές, πάρε επιτέλους ένα ρίσκο.
- Η σκηνοθετική του προσέγγιση κρίθηκε αρκετά άτολμη από τους κριτικούς του κινηματογράφου.