Λέξη της Ημέρας

Λέξη της ημέρας

Προηγούμενες λέξεις

πιστότητα ουσιαστικό
Παρασκευή 7 Αυγούστου

1. Χαρακτηριστικό των διαπροσωπικών ή θεσμικών σχέσεων όπου διατηρούνται δεσμεύσεις και σταθερή, συνεπής συμπεριφορά προς άλλο πρόσωπο, ομάδα ή αρχές. 2. Βαθμός στον οποίο μια αναπαράσταση, αντιγραφή ή μέτρηση ανταποκρίνεται στο πρωτότυπο, με μικρές ή ανεπαίσθητες αποκλίσεις. 3. Ικανότητα ενός συστήματος, οργάνου ή διαδικασίας να διατηρεί σταθερά τα χαρακτηριστικά λειτουργίας και απόδοσης κατά τη διάρκεια του χρόνου.

πιστοποιώ ρήμα
Πέμπτη 6 Αυγούστου

1. Βεβαιώνω με λόγο, έγγραφο ή άλλη ενέργεια ότι κάτι είναι αληθές, γνήσιο ή έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. 2. Εκδίδω ή παρέχω επίσημο έγγραφο, σήμανση ή πιστοποιητικό που τεκμηριώνει την εγκυρότητα, την προέλευση, την ποιότητα ή την εκπλήρωση προϋποθέσεων. 3. Δηλώνω ή μαρτυρώ ότι ένα γεγονός, μια κατάσταση ή μια διαδικασία έχει συμβεί ή ισχύει.

πιστοποίηση ουσιαστικό
Τετάρτη 5 Αυγούστου

1. Διαδικασία κατά την οποία επιβεβαιώνεται η γνησιότητα, η εγκυρότητα ή η συμμόρφωση ενός προσώπου, προϊόντος, υπηρεσίας ή συστήματος προς συγκεκριμένα πρότυπα, απαιτήσεις ή κριτήρια. 2. Έγγραφο ή πιστοποιητικό που εκδίδεται ως απόδειξη της επιβεβαίωσης ή της συμμόρφωσης. 3. Επίσημη αναγνώριση ικανοτήτων, προσόντων ή δικαιωμάτων που βεβαιώνει την ικανότητα ή το δικαίωμα άσκησης μιας δραστηριότητας.

πικραμένος επίθετο
Τρίτη 4 Αυγούστου

1. Που αισθάνεται πίκρα, λύπη ή απογοήτευση εξαιτίας προσβολής, απώλειας ή αδικίας. 2. Που έχει πικρή γεύση, είτε λόγω παρουσίας πικρών συστατικών είτε λόγω αλλοίωσης.

πικρία ουσιαστικό
Δευτέρα 3 Αυγούστου

1. Συναισθηματική κατάσταση επίμονης δυσαρέσκειας και εσωτερικού πόνου που προκύπτει από αίσθημα αδικίας, προδοσίας ή απογοήτευσης, συχνά συνοδευόμενη από θυμό, καχυποψία ή μελαγχολία. 2. Γευστικό χαρακτηριστικό έντονης πικρής ή δυσάρεστης γεύσης που προκαλεί δυσφορία στον ουρανίσκο, όπως εμφανίζεται σε ορισμένες τροφές ή σκευάσματα.

πιθανόν επίρρημα
Κυριακή 2 Αυγούστου

1. Εκφράζει την πιθανότητα ότι κάτι είναι αληθινό ή θα συμβεί. 2. Χρησιμοποιείται για να δηλώσει υπόθεση, προσδοκία ή εκτίμηση χωρίς βεβαιότητα.

πιθανολογικά επίρρημα
Σάββατο 1 Αυγούστου

1. Με τρόπο που εκφράζει ή δηλώνει πιθανότητα ή εκτίμηση χωρίς βεβαιότητα. 2. Χρησιμοποιείται για να περιορίσει τη βεβαιότητα μιας δήλωσης, υποδεικνύοντας ότι το αναφερόμενο γεγονός θεωρείται πιθανό αλλά ανεπιβεβαίωτο.