κακοδιαχείριση
ουσιαστικό1. Εσφαλμένη, ανεπαρκής ή ανεύθυνη διοίκηση και διεύθυνση των υποθέσεων ενός οργανισμού, μιας επιχείρησης ή ενός δημόσιου φορέα.
Συνώνυμα
κακοδιοίκηση κατασπατάληση διασπάθιση ατασθαλία κατάχρηση σπατάλη ανοργανωσιά ανικανότητα πλημμέλεια αμέλεια ολιγωρία αβελτηρία ρεμούλα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η επιχείρηση οδηγήθηκε τελικά σε χρεοκοπία εξαιτίας της χρόνιας κακοδιαχείρισης των διαθεσίμων κεφαλαίων.
- Ο έλεγχος των ορκωτών ελεγκτών έφερε στο φως σοβαρά κρούσματα κακοδιαχείρισης στον δημόσιο οργανισμό.
- Η κακοδιαχείριση των υδάτινων πόρων τα προηγούμενα χρόνια οδήγησε στη σημερινή έντονη λειψυδρία.
- Οι μέτοχοι κατηγόρησαν το διοικητικό συμβούλιο για ασυγχώρητη κακοδιαχείριση και απαίτησαν την άμεση παραίτησή του.