κόλληση
ουσιαστικό1. Συνένωση δύο επιφανειών ή αντικειμένων με τη χρήση κόλλας ή άλλης συγκολλητικής ουσίας.
2. Τεχνική ένωσης μεταλλικών ή θερμοπλαστικών μερών με εφαρμογή θερμότητας ή πίεσης (συγκόλληση), καθώς και το σημείο όπου έγινε αυτή η ένωση.
Συνώνυμα
συγκόλληση προσκόλληση ένωση σύνδεση κόλλημα ηλεκτροσυγκόλληση οξυγονοκόλληση συναρμογή εμμονή προσήλωση αρμός ραφή εμπλοκή μπλοκάρισμα πάγωμα εξάρτηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κόλληση των πλαστικών εξαρτημάτων απαιτεί ειδική θερμοανθεκτική ρητίνη.
- Ο τεχνικός έκανε μια πρόχειρη κόλληση στον χάλκινο σωλήνα για να σταματήσει η διαρροή.
- Η κόλλησή του με αυτό το βιντεοπαιχνίδι έχει αρχίσει να επηρεάζει τις σπουδές του.
- Μετά την τελευταία αναβάθμιση του λειτουργικού συστήματος, παρατηρούνται συχνές κολλήσεις στην οθόνη.