ένταξη
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή διαδικασία κατά την οποία άτομο ή ομάδα γίνεται αναγνωρισμένο και ενεργό μέλος κοινωνικού, εκπαιδευτικού ή εργασιακού περιβάλλοντος, αποκτώντας πρόσβαση σε πόρους, σχέσεις και δικαιώματα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ένταξη των προσφύγων στην κοινωνία χρειάζεται υποστήριξη και προγράμματα.
- Η ένταξη του έργου στο νέο επιχειρησιακό σχέδιο εγκρίθηκε χθες.
- Η ένταξη των μαθητών στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα γίνεται μετά από αξιολόγηση.
- Η ένταξη του κειμένου στη σελίδα έγινε με πλήρη στοίχιση.
- Η ένταξη του νέου υπαλλήλου στην ομάδα ήταν ομαλή.