αίσχος
ουσιαστικό1. Πράξη, κατάσταση ή συμπεριφορά που προκαλεί βαθιά ντροπή, κοινωνική κατακραυγή και ηθικό αποτροπιασμό.
2. Καθετί εξαιρετικά άσχημο, κακότεχνο ή απαράδεκτης ποιότητας.
3. Επιφωνηματική έκφραση έντονης αποδοκιμασίας και αγανάκτησης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
τιμή δόξα καύχημα περηφάνια υπερηφάνεια αξιοπρέπεια κόσμημα στολίδι έπαινος αριστούργημα υπόληψη ευπρέπεια
Παραδείγματα χρήσης
- Είναι πραγματικό αίσχος να μένουν σχολεία χωρίς θέρμανση εν μέσω παγετού.
- Το εξαγριωμένο πλήθος έξω από το δικαστήριο άρχισε να φωνάζει «αίσχος!» κατά των κατηγορουμένων.
- Η ανακαίνιση της πλατείας αποδείχθηκε ένα κακόγουστο αίσχος.
- Η συμπεριφορά του αποτέλεσε ανεξίτηλο αίσχος για το όνομα της οικογένειάς του.