αγγελούδι
ουσιαστικό1. Μικρός άγγελος, ιδίως όπως παριστάνεται στην τέχνη ως πτερωτό νήπιο.
2. Χαϊδευτικός χαρακτηρισμός για βρέφος ή μικρό παιδί που ξεχωρίζει για την ομορφιά, την αθωότητα ή την ηρεμία του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κοιμάται στην κούνια του ήσυχο και γαλήνιο σαν αγγελούδι.
- Η γιαγιά καμάρωνε τα αγγελούδια της να παίζουν χαρούμενα στον κήπο.
- Μην τον βλέπεις που κάνει τον αθώο, δεν είναι και κανένα αγγελούδι.
- Στον τρούλο του ναού είναι ζωγραφισμένα ολόχρυσα αγγελούδια ανάμεσα στα σύννεφα.