αδιαίρετος
επίθετο1. Που δεν μπορεί ή δεν επιτρέπεται εκ του νόμου ή εκ φύσεως να διαιρεθεί, να χωριστεί ή να κατατμηθεί σε επιμέρους τμήματα.
2. Που χαρακτηρίζεται από απόλυτη ενότητα, συνοχή και σταθερότητα· αδιάσπαστος, αρραγής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
διαιρετός διαχωρίσιμος κατατμητός μεριστός διαιρεμένος χωριστός κατακερματισμένος διασπασμένος τεμαχισμένος αποσπασματικός
Παραδείγματα χρήσης
- Το κτήμα παρέμεινε αδιαίρετο ανάμεσα στα δύο αδέλφια, καθώς κανείς τους δεν ήθελε να το πουλήσει.
- Η εδαφική ακεραιότητα και η εθνική κυριαρχία του κράτους αποτελούν έννοιες ιερές και αδιαίρετες.
- Στη θεολογία, η Αγία Τριάδα θεωρείται ομοούσιος και αδιαίρετος.
- Τους ένωνε μια βαθιά και αδιαίρετη αγάπη που άντεξε σε όλες τις δυσκολίες του χρόνου.