αλέθω
ρήμα1. Συνθλίβω και κονιορτοποιώ στερεά υλικά (ιδίως καρπούς ή δημητριακά) με τη χρήση μύλου ή ειδικής μηχανής ώστε να μετατραπούν σε σκόνη ή αλεύρι.
2. (Μεταφορικά) Συντρίβω, καταστρέφω ή εξουθενώνω ολοκληρωτικά κάποιον ψυχικά ή σωματικά.
Συνώνυμα
κονιορτοποιώ συνθλίβω θρυμματίζω τρίβω κοπανίζω πολτοποιώ συντρίβω κονιορτίζω σπάζω λιώνω ψιλοκόβω τσακίζω διαλύω καταβροχθίζω καταστρέφω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Παλιά πήγαιναν το σιτάρι στον ανεμόμυλο του χωριού για να το αλέσουν.
- Κάθε πρωί αλέθει φρέσκους κόκκους καφέ για να μοσχομυρίσει η κουζίνα.
- Οι δυσκολίες της ζωής και η σκληρή δουλειά τον άλεσαν πρόωρα.
- Είναι ακόμα στην ανάπτυξη και το στομάχι του αλέθει τα πάντα χωρίς πρόβλημα.