αναγκαστικότητα
ουσιαστικό1. Η ιδιότητα αυτού που επιβάλλεται υποχρεωτικά, χωρίς δυνατότητα επιλογής ή εξαίρεσης, συνήθως βάσει νόμου, θεσμικού πλαισίου ή εξουσίας.
2. Ο αναπόφευκτος, επιβεβλημένος ή νομοτελειακός χαρακτήρας μιας κατάστασης ή ενέργειας.
Συνώνυμα
υποχρεωτικότητα δεσμευτικότητα επιτακτικότητα αναγκαιότητα αναποφευκτότητα εξαναγκασμός καταναγκασμός επιβολή υποχρέωση νομοτέλεια μοιραιότητα
Αντώνυμα
προαιρετικότητα εθελοντικότητα ελευθερία επιλογή αυτεξούσιο αυτοδιάθεση τυχαιότητα ενδεχομενικότητα αυθορμητισμός
Παραδείγματα χρήσης
- Η αναγκαστικότητα του μέτρου προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην κοινωνία.
- Οι νομικοί εξέτασαν προσεκτικά τη συνταγματικότητα και την αναγκαστικότητα της νέας ρύθμισης.
- Αντιλαμβανόταν πλήρως την αναγκαστικότητα της αποχώρησής του, καθώς οι συνθήκες δεν άφηναν κανένα περιθώριο επιλογής.
- Η αναγκαστικότητα των φυσικών νόμων διέπει τη λειτουργία του σύμπαντος.