ανεμελιά

ουσιαστικό

1. Ψυχική κατάσταση ανθρώπου που δεν έχει έγνοιες, φροντίδες ή στενοχώριες.

2. Έλλειψη σοβαρότητας, περίσκεψης ή αίσθησης κινδύνου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Νοσταλγώ συχνά την ανεμελιά των παιδικών μου χρόνων στο χωριό.
  • Η υπερβολική ανεμελιά στη διαχείριση των χρημάτων τον οδήγησε γρήγορα σε οικονομικό αδιέξοδο.
  • Αντιμετώπιζε τις δυσκολίες της καθημερινότητας με μια αξιοζήλευτη ανεμελιά.
  • Οι καλοκαιρινές διακοπές στο νησί μάς χάρισαν λίγες μέρες απόλυτης ανεμελιάς.