ανεπιτυχώς

επίρρημα

Χωρίς επιτυχία, χωρίς να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα ή ο επιδιωκόμενος σκοπός.

Συνώνυμα

αποτυχημένα μάταια ματαίως άκαρπα ατελέσφορα ατελεσφόρως ανώφελα ανωφελώς άπρακτα άστοχα αστόχως άσκοπα ατυχώς τζάμπα

Αντώνυμα

επιτυχώς επιτυχημένα αποτελεσματικά τελεσφόρα τελεσφόρως εύστοχα ευστόχως καρποφόρα αποδοτικά νικηφόρα

Παραδείγματα χρήσης

  • Προσπάθησε ανεπιτυχώς να ανοίξει την κλειδωμένη πόρτα με ένα απλό σύρμα.
  • Η ποδοσφαιρική ομάδα επιχείρησε ανεπιτυχώς να ισοφαρίσει στα τελευταία λεπτά του αγώνα.
  • Υπέβαλε αίτηση για υποτροφία τρεις φορές, όλες όμως ανεπιτυχώς.
  • Οι διπλωματικές συνομιλίες συνεχίστηκαν μέχρι τα ξημερώματα, αλλά ολοκληρώθηκαν ανεπιτυχώς.