ανεπτυγμένος
επίθετο1. Που έχει φτάσει σε υψηλό βαθμό οικονομικής, κοινωνικής ή τεχνολογικής προόδου.
2. Που έχει αποκτήσει πλήρη ή αξιόλογη σωματική διάπλαση, μέγεθος ή πνευματική ωριμότητα.
3. Που έχει ξεδιπλωθεί, απλωθεί ή παραταχθεί σε μια έκταση.
Συνώνυμα
εξελιγμένος προηγμένος προοδευμένος ώριμος εύρωστος καλοσχηματισμένος διαπλασμένος μεγαλωμένος ξεδιπλωμένος απλωμένος εκτεταμένος διευρυμένος ξετυλιγμένος ανθηρός ευκατάστατος
Αντώνυμα
υπανάπτυκτος καθυστερημένος αναπτυσσόμενος ατελής ανώριμος αδιαμόρφωτος πρωτόγονος υποτυπώδης οπισθοδρομικός μαραστικός
Παραδείγματα χρήσης
- Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα ανεπτυγμένο κράτος με υψηλό βιοτικό επίπεδο.
- Το παιδί διαθέτει ασυνήθιστα ανεπτυγμένη αντίληψη για την ηλικία του.
- Οι αθλητές της κωπηλασίας έχουν εξαιρετικά ανεπτυγμένους μυς στην πλάτη και στα χέρια.
- Ο στρατός βρισκόταν πλήρως ανεπτυγμένος κατά μήκος των συνόρων.