ανορεξία
ουσιαστικό1. Έλλειψη ή απώλεια της φυσιολογικής επιθυμίας για κατανάλωση τροφής.
2. Ψυχογενής διατροφική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από εμμονική άρνηση λήψης τροφής και έντονο φόβο πρόσληψης βάρους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο υψηλός πυρετός τού προκάλεσε έντονη ανορεξία και δεν έβαλε μπουκιά στο στόμα του όλη μέρα.
- Η νευρική ανορεξία είναι μια επικίνδυνη διαταραχή που απαιτεί ιατρική και ψυχολογική παρακολούθηση.
- Παρατήρησα μια ξαφνική ανορεξία στο σκύλο μου και αποφάσισα να τον πάω στον κτηνίατρο.
- Η παρατεταμένη ανορεξία οδήγησε τον ασθενή σε σημαντική απώλεια βάρους και γενική εξάντληση.