ανταμείβω
ρήμα1. Δίνω υλική ή ηθική αμοιβή, βραβείο ή αναγνώριση σε κάποιον ως αναγνώριση για υπηρεσία, κόπο, προσφορά ή καλή πράξη.
2. (Για αφηρημένες έννοιες ή αποτελέσματα) Αποφέρω όφελος, ικανοποίηση ή δικαίωση σε κάποιον, κάνοντας τον κόπο του να αξίζει.
Συνώνυμα
αμείβω επιβραβεύω βραβεύω ανταποδίδω αποζημιώνω ξεπληρώνω δικαιώνω πληρώνω φιλοδωρώ πριμοδοτώ τιμώ ευεργετώ αναγνωρίζω αποδίδω ικανοποιώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διοίκηση της εταιρείας αποφάσισε να ανταμείψει τους υπαλλήλους με έκτακτο επίδομα παραγωγικότητας.
- Οι επίπονες προσπάθειες τόσων μηνών τελικά ανταμείφθηκαν με την εισαγωγή του στο πανεπιστήμιο.
- Πάντα προσπαθεί να ανταμείβει όσους στέκονται δίπλα του στις δύσκολες στιγμές.
- Η θέα από την κορυφή του βουνού ήταν μαγευτική και αντάμειψε πλήρως την κούραση των ορειβατών.