απάνω
επίρρημα1. Σε υψηλότερο σημείο, στην επιφάνεια ή στο ανώτερο μέρος ενός αντικειμένου ή χώρου.
2. Σε κατεύθυνση προς τα επάνω ή ψηλότερα.
3. Σε ακριβή χρονική στιγμή, κατά τη διάρκεια ενός γεγονότος ή ενέργειας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Άφησε τα κλειδιά απάνω στο τραπέζι για να μην τα ψάχνεις.
- Έφτασε στο σπίτι απάνω στην ώρα που σερβίραμε το φαγητό.
- Σήκωσε το βλέμμα του απάνω και είδε τα πουλιά να πετούν.
- Απάνω στα νεύρα του είπε κουβέντες που πλήγωσαν τους πάντες.