απονομή
ουσιαστικό1. Επίσημη παράδοση ή χορήγηση διάκρισης, βραβείου, τίτλου, βαθμού ή επαίνου σε κάποιον.
2. Άσκηση, εφαρμογή ή απόδοση (ιδίως για τη δικαιοσύνη).
3. Παροχή, εκχώρηση δικαιώματος, χάρης ή προνομίου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η τελετή για την απονομή των μεταλλίων στους πρωταθλητές θα πραγματοποιηθεί απόψε.
- Η έγκαιρη απονομή της δικαιοσύνης αποτελεί βασικό πυλώνα του κράτους δικαίου.
- Παρευρέθηκε στο πανεπιστήμιο για την απονομή των πτυχίων στους νέους αποφοίτους.
- Μετά την απονομή του τιμητικού τίτλου, ο καλλιτέχνης ευχαρίστησε συγκινημένος το κοινό.