αποσπασματικά
επίρρημαΜε τρόπο που αφορά μόνο τμήματα ή στιγμές της συνολικής εικόνας ή διαδικασίας, χωρίς συνέχεια ή ολοκληρωμένη κάλυψη.
Συνώνυμα
τμηματικά διακεκομμένα σποραδικά μεμονωμένα μερικώς επιλεκτικά επιλεγμένα επιμέρους ελλιπώς ασύνδετα αποκομμένα κομματιασμένα
Αντώνυμα
συνολικά ολόκληρα πλήρως ολοκληρωμένα συνεχώς αδιάλειπτα καθολικά συνεχόμενα συστηματικά συνεκτικά συνολικώς ενιαία απόλυτα ολοκληρωτικά ολοσχερώς ουσιαστικά συλλογικά εξολοκλήρου μεθοδικά βασικά παντελώς
Παραδείγματα χρήσης
- Τον τελευταίο καιρό διάβαζε το βιβλίο αποσπασματικά, χωρίς να ακολουθεί τη σειρά των κεφαλαίων.
- Οι πληροφορίες εμφανίστηκαν αποσπασματικά και δεν επέτρεψαν σαφές συμπέρασμα.
- Συμμετείχε στο πρόγραμμα αποσπασματικά, αναλαμβάνοντας μόνο μερικές φάσεις του έργου.
- Η αφήγηση στην ταινία ήταν δομημένη αποσπασματικά, αφήνοντας πολλά αναπάντητα ερωτήματα.
- Οι εργασίες εκτελέστηκαν αποσπασματικά, με αποτέλεσμα να καθυστερήσει η ολοκλήρωση του έργου.