απόσχιση
ουσιαστικό1. Αποκοπή και ανεξαρτητοποίηση ενός τμήματος από ένα ευρύτερο πολιτικό, κρατικό, κοινωνικό ή οργανωτικό σύνολο.
2. Θρησκευτικός ή ιδεολογικός διαχωρισμός, διάσπαση ή σχίσμα.
3. Βίαιη ή φυσική αποκόλληση μέρους από ένα υλικό σώμα, ιστό ή πέτρωμα.
Συνώνυμα
αποκοπή διάσπαση σχίσμα αποσκίρτηση απόσπαση αποχώρηση διαχωρισμός αποκόλληση ανεξαρτητοποίηση αποσύνδεση αποχωρισμός ρήξη αποστασία διαίρεση κατάτμηση αυτονομισμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η απόσχιση της επαρχίας από την κεντρική διοίκηση πυροδότησε πολυετή εμφύλια σύρραξη.
- Μετά την απόσχισή τους από το κυβερνών κόμμα, οι διαφωνούντες βουλευτές ίδρυσαν νέα παράταξη.
- Ο σοβαρός τραυματισμός τού προκάλεσε απόσχιση τένοντα και απαιτήθηκε άμεση χειρουργική επέμβαση.
- Το αίτημα των ανταρτών για πλήρη απόσχιση απορρίφθηκε κατηγορηματικά από τη διεθνή κοινότητα.