αχρείος
επίθετο1. Που ενεργεί με έλλειψη ηθικών φραγμών, παραβαίνοντας αποδεκτούς κανόνες συμπεριφοράς και επιδεικνύοντας διεφθαρμένη ή ανέντιμη στάση.
2. Που δεν παρουσιάζει πρακτική αξία ή χρησιμότητα και δεν εξυπηρετεί κάποιον σκοπό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αχρείος πολιτικός καταχράστηκε την εμπιστοσύνη του λαού.
- Τον αποκάλεσαν αχρείο επειδή πρόδωσε τους φίλους του.
- Η αχρεία συμπεριφορά της έσπασε τις σχέσεις τους.
- Το παλιό ραδιόφωνο είναι πλέον αχρείο και δεν λειτουργεί.
- Οι αχρείοι εκμεταλλεύονταν τους φτωχούς χωρίς ντροπή.
- Οι αχρείες πράξεις του δεν συγχωρούνται από την κοινότητα.