βιάζω
ρήμα1. Εξαναγκάζω κάποιον με σωματική βία ή απειλές σε σεξουαλική πράξη χωρίς τη συναίνεσή του.
2. Παραβιάζω, καταστρατηγώ ή αλλοιώνω αυθαίρετα κανόνες, νόμους, τη λογική ή την αλήθεια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε επειδή αποπειράθηκε να βιάσει τη γυναίκα.
- Μη με βιάζεις, θέλω τον χρόνο μου για να πάρω τη σωστή απόφαση.
- Με αυτή την παράλογη ερμηνεία βιάζεις την κοινή λογική και την πραγματικότητα.
- Δεν μπορείς να βιάσεις τα πράγματα, όλα χρειάζονται την κατάλληλη στιγμή.