βοάω
ρήμα1. Βγάζω δυνατό, συνεχή ή υπόκωφο ήχο, αντηχώ έντονα (για άνεμο, κύματα, πλήθος κ.λπ.).
2. Κραυγάζω, φωνάζω δυνατά.
3. (μεταφορικά) Γίνομαι αντικείμενο ευρείας συζήτησης, διαδίδομαι έντονα ως φήμη («βοά ο τόπος»).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ολόκληρη η πόλη βοά για το νέο οικονομικό σκάνδαλο.
- Η θάλασσα βοούσε όλη τη νύχτα εξαιτίας των ισχυρών ανέμων.
- Τα ίδια τα γεγονότα βοούν και αποδεικνύουν την αθωότητά του.
- Το εξαγριωμένο πλήθος βοούσε συνθήματα έξω από το κτίριο.