βραδύς
επίθετο1. Που κινείται, ενεργεί ή εξελίσσεται με μικρή ταχύτητα.
2. Που χρειάζεται πολύ χρόνο για να ολοκληρωθεί ή να φτάσει στον προορισμό του.
3. Που παρουσιάζει καθυστέρηση στην αντίληψη, στην κατανόηση ή στην αντίδραση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η χελώνα είναι πασίγνωστη για το βραδύ της βάδισμα.
- Η ανάρρωση του ασθενούς μετά τη χειρουργική επέμβαση υπήρξε βραδεία αλλά σταθερή.
- Οι βραδείς ρυθμοί της δημόσιας διοίκησης εξαντλούν την υπομονή των πολιτών.
- Δυσκολευόταν να ακολουθήσει τη συζήτηση, καθώς διακρινόταν για τη βραδεία αντίληψή του.