γεροντάκος

ουσιαστικό

1. Μικρόσωμος, αδύναμος ή ασθενικός ηλικιωμένος άνδρας, συχνά με διάθεση οίκτου.

2. Ηλικιωμένος άνδρας που προκαλεί συμπάθεια, τρυφερότητα ή στοργή.

Συνώνυμα

γεροντούλης γερούλης γεροντάκι παππούλης παππουδάκος μπαρμπαδάκος γέροντας γέρος παππούς ηλικιωμένος μπάρμπας πρεσβύτης υπέργηρος απόμαχος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ένας καλοκάγαθος γεροντάκος καθόταν στο παγκάκι της πλατείας και τάιζε τα περιστέρια.
  • Βοήθησα τον γεροντάκο να διασχίσει τον πολυσύχναστο δρόμο και να κουβαλήσει τα ψώνια του.
  • Παρά τα ενενήντα του χρόνια, ο γεροντάκος διατηρούσε ακόμα το χαμόγελο και το αστείρευτο χιούμορ του.
  • Στη γωνία του δρόμου στεκόταν ένας αδύναμος γεροντάκος που πουλούσε λαχεία μέσα στο κρύο.