γκρεμός
ουσιαστικό1. Απότομη, σχεδόν κατακόρυφη και επικίνδυνη πλαγιά βουνού, βράχου ή ακτής που καταλήγει σε μεγάλο βάθος.
2. (Μεταφορικά) Κατάσταση μεγάλου κινδύνου, ανεπανόρθωτης καταστροφής, αφανισμού ή απόλυτου αδιεξόδου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Περπατούσαν με μεγάλη προσοχή στο μονοπάτι, γιατί στα δεξιά τους ανοιγόταν ένας βαθύς γκρεμός.
- Το αυτοκίνητο γλίστρησε στις παγωμένες στροφές και παραλίγο να πέσει στον γκρεμό.
- Οι λανθασμένες αποφάσεις της διοίκησης οδήγησαν την εταιρεία στο χείλος του γκρεμού.
- Βρέθηκε σε τρομερό δίλημμα και ένιωθε ότι ισχύει η παροιμία: μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα.