γονατίζω
ρήμα1. Κατεβαίνω ή λυγίζω τα πόδια στα γόνατα ώστε να βρεθώ στηρίζοντας το σώμα πάνω σ' αυτά.
2. Υποχρεώνω κάποιον να κατέβει στα γόνατα ή τον φέρνω σε θέση υποταγής με τη μορφή του γονατίσματος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν προσεύχομαι, συχνά γονατίζω.
- Στο τέλος της λειτουργίας, ο ιερέας γονατίζει.
- Η οικονομική κρίση γονατίζει πολλές μικρές επιχειρήσεις.
- Οι συνεχείς βλάβες γονατίζουν το δίκτυο ηλεκτρικού ρεύματος.
- Ο τραυματισμός τον γονατίζει στον αγώνα.