γούβα

ουσιαστικό

1. Κοίλωμα ή βαθούλωμα σε επιφάνεια του εδάφους ή οδοστρώματος, που σχηματίζεται φυσικά ή τεχνητά.

2. Μικρό βαθούλωμα σε επιφάνεια αντικειμένου ή στο ανθρώπινο σώμα (π.χ. στο μάγουλο ή στο πηγούνι).

Συνώνυμα

λακκούβα βαθούλωμα λάκκος κοίλωμα κοιλότητα γουβίτσα λακκάκι γούρνα βύθισμα σκάμμα χαντάκι όρυγμα τάφρος κρατήρας καταβόθρα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Πρόσεχε στην άκρη του δρόμου γιατί έχει μια βαθιά γούβα γεμάτη νερά.
  • Το αυτοκίνητο έπεσε με ταχύτητα σε μια γούβα και στράβωσε η ζάντα.
  • Όταν χαμογελάει, σχηματίζεται μια χαριτωμένη γούβα στο μάγουλό της.
  • Η δυνατή νεροποντή άνοιξε μεγάλες γούβες σε όλο το χωμάτινο οδόστρωμα.