δήμευση
ουσιαστικό1. Αναγκαστική αφαίρεση περιουσιακών στοιχείων ή του συνόλου της περιουσίας ενός προσώπου από το κράτος χωρίς αποζημίωση, ως παρεπόμενη ποινή ή κύρωση για σοβαρό αδίκημα.
2. Αυθαίρετη ή αναγκαστική ιδιοποίηση αγαθών από εξουσιαστικό φορέα.
Συνώνυμα
κατάσχεση δέσμευση αποστέρηση επίταξη σεκβέστρο αφαίρεση απαλλοτρίωση κρατικοποίηση εθνικοποίηση ιδιοποίηση υφαρπαγή αρπαγή κατακράτηση παρακράτηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το δικαστήριο διέταξε την άμεση δήμευση όλης της περιουσίας του κατηγορουμένου ως προϊόντος εγκληματικής δραστηριότητας.
- Οι τελωνειακές αρχές προχώρησαν σε δήμευση των λαθραίων καπνικών προϊόντων.
- Μετά το πραξικόπημα, το αυταρχικό καθεστώς επέβαλε μαζικές δημεύσεις περιουσιών των πολιτικών του αντιπάλων.
- Ο νέος νόμος προβλέπει τη δήμευση των οχημάτων όσων συλλαμβάνονται να οδηγούν υπό την επήρεια αλκοόλ κατ' εξακολούθηση.