δίκη
ουσιαστικό1. Η νομική διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου κατά την οποία εξετάζεται μια υπόθεση και εκδίδεται απόφαση.
2. Νομική διαμάχη ή αντιδικία μεταξύ δύο ή περισσότερων πλευρών.
3. (μεταφορικά ή λόγια) Τιμωρία, νέμεση ή θεία ανταπόδοση για ένα σφάλμα ή αδίκημα.
Συνώνυμα
εκδίκαση δικαστήριο αντιδικία αγωγή κρίση δικαιοσύνη διένεξη διαμάχη τιμωρία νέμεση ποινή ανταπόδοση ακρόαση διαδικασία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η δίκη των κατηγορουμένων αναβλήθηκε για τον επόμενο μήνα λόγω απεργίας των δικαστικών υπαλλήλων.
- Παρακολούθησε με κομμένη την ανάσα όλη τη δίκη από τα έδρανα του ακροατηρίου.
- Μετά από πολυετείς δίκες, οι δύο οικογένειες κατάφεραν τελικά να επιλύσουν τις κτηματικές τους διαφορές.
- Στο τέλος του έργου αποδίδεται η θεία δίκη και τιμωρούνται οι αυτουργοί της ύβρεως.