δημότης

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο εγγεγραμμένο στα δημοτολόγια συγκεκριμένου δήμου, το οποίο απολαύει των αντίστοιχων τοπικών πολιτικών και διοικητικών δικαιωμάτων και υπέχει τις σχετικές υποχρεώσεις.

2. Κάτοικος ορισμένης πόλης, κοινότητας ή δημοτικού διαμερίσματος.

Συνώνυμα

συνδημότης πολίτης συμπολίτης κάτοικος κοινοτικός εντόπιος ντόπιος ιθαγενής αυτόχθων χωριανός συγχωριανός περίοικος διαμένων

Αντώνυμα

ετεροδημότης παρεπίδημος επήλυδας ξένος αλλοδαπός επισκέπτης διερχόμενος μετανάστης απόδημος αλλοεθνής

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε δημότης έχει το δικαίωμα να ψηφίζει στις δημοτικές εκλογές του τόπου του.
  • Ο δήμαρχος δεσμεύτηκε να ακούσει τα παράπονα και τα αιτήματα όλων των δημοτών.
  • Για να λάβει το επίδομα, έπρεπε να αποδείξει με βεβαίωση ότι είναι μόνιμος δημότης της περιοχής.
  • Οι δημότες συγκεντρώθηκαν στην κεντρική πλατεία για να διαμαρτυρηθούν για την έλλειψη χώρων πρασίνου.