διαδοχικά
επίρρημα1. Με συγκεκριμένη σειρά, το ένα αμέσως μετά το άλλο στον χρόνο ή στον χώρο, χωρίς διακοπή της αλληλουχίας.
2. Κατά στάδια ή βήματα, με προοδευτική εξέλιξη.
Συνώνυμα
διαδοχικώς αλλεπάλληλα αλλεπαλλήλως αλληλοδιάδοχα αλληλοδιαδόχως αλυσιδωτά συνεχόμενα επάλληλα επαλλήλως σειριακά ακολούθως σταδιακά κλιμακωτά βαθμιαία προοδευτικά συνεχώς
Αντώνυμα
ταυτόχρονα συγχρόνως ασυνεχώς διακεκομμένα αποσπασματικά σποραδικά μεμονωμένα ασύνδετα τυχαία χωριστά
Παραδείγματα χρήσης
- Οι ομιλητές ανέβηκαν στο βήμα διαδοχικά, ακολουθώντας το επίσημο πρόγραμμα του συνεδρίου.
- Η ομάδα πέτυχε τρεις διαδοχικές νίκες στο πρωτάθλημα, εξασφαλίζοντας την πρόκριση.
- Τα δεδομένα υποβλήθηκαν σε επεξεργασία διαδοχικά για να αποφευχθεί η υπερφόρτωση του συστήματος.
- Αντιμετώπισε διαδοχικά χτυπήματα της μοίρας, αλλά δεν έχασε ποτέ το κουράγιο του.