διαλευκαίνω
ρήμα1. Ρίχνω φως σε μια σκοτεινή, περίπλοκη ή ανεξιχνίαστη υπόθεση, αποκαλύπτοντας την αλήθεια ή τους υπεύθυνους.
2. Αποσαφηνίζω, αναλύω και ξεκαθαρίζω πλήρως ένα δυσνόητο, ασαφές ή αμφιλεγόμενο ζήτημα.
Συνώνυμα
εξιχνιάζω ξεδιαλύνω διασαφηνίζω αποσαφηνίζω ξεκαθαρίζω διαφωτίζω φωτίζω λύνω επιλύω εξηγώ διασαφώ αποκαλύπτω φανερώνω ξετυλίγω ερμηνεύω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αστυνομία κατάφερε τελικά να διαλευκάνει το περίεργο έγκλημα μετά από μήνες ερευνών.
- Χρειάζεται χρόνος για να διαλευκανθούν τα ακριβή αίτια του σιδηροδρομικού δυστυχήματος.
- Ο δικαστής δεσμεύτηκε ότι θα κάνει τα πάντα ώστε να διαλευκανθεί πλήρως η υπόθεση διαφθοράς.
- Τα νέα επιστημονικά ευρήματα βοήθησαν να διαλευκάνουμε μια σειρά από ιστορικά ερωτήματα.