δυσαρμονία
ουσιαστικό1. Έλλειψη μουσικής ή ηχητικής συμφωνίας· παραφωνία, κακοφωνία.
2. Έλλειψη συμμετρίας, αναλογίας ή αισθητικής ισορροπίας ανάμεσα στα μέρη ενός συνόλου.
3. Έλλειψη σύμπνοιας, συνεννόησης ή συμβατότητας ανάμεσα σε πρόσωπα, ιδέες ή καταστάσεις.
Συνώνυμα
αναρμονία ασυμφωνία παραφωνία δυσαναλογία ασυμμετρία ανισορροπία ασυμβατότητα κακοφωνία ασυναρμογή διαφωνία διάσταση αντίθεση ρήξη σύγκρουση διχοστασία
Αντώνυμα
αρμονία συμφωνία ευρυθμία συμμετρία ισορροπία ευφωνία συνήχηση σύμπνοια αναλογία συντονισμός ομοφωνία συμβατότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Η έντονη δυσαρμονία στα χρώματα του πίνακα αποσπούσε την προσοχή του θεατή.
- Στη συνέλευση παρατηρήθηκε πλήρης δυσαρμονία απόψεων ανάμεσα στα μέλη της διοίκησης.
- Ο συνθέτης χρησιμοποίησε ηθελημένα τη μουσική δυσαρμονία για να προκαλέσει ένταση και αγωνία στο κοινό.
- Υπήρχε μια έκδηλη δυσαρμονία ανάμεσα στα λόγια και στις πραγματικές του πράξεις.