ειρηνικά

επίρρημα

1. Με τρόπο που χαρακτηρίζεται από απουσία βίας, έχθρας ή συγκρούσεων, εκφράζοντας ηρεμία, σεβασμό και αμοιβαία συνεργασία.

Συνώνυμα

ειρηνικώς ήσυχα ήρεμα φιλικά συναινετικά συμβιβαστικά αναίμακτα ειρηνιστικά ειρηνοπρεπώς συμφιλιωτικά αβίαστα χαλαρά

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Οι γείτονες ζουν ειρηνικά παρά τις διαφορές τους.
  • Συμφώνησαν να λύσουν το ζήτημα ειρηνικά.
  • Οι διαδηλωτές διαμαρτυρήθηκαν ειρηνικά, χωρίς βία.
  • Το χωριό κοιμόταν ειρηνικά κάτω από τα αστέρια.
  • Πέθανε ειρηνικά στην αγκαλιά της οικογένειάς του.