εκμάθηση
ουσιαστικό1. Η συστηματική διαδικασία απόκτησης γνώσεων, δεξιοτήτων ή ικανοτήτων μέσω διδασκαλίας, μελέτης ή πρακτικής άσκησης.
Συνώνυμα
μάθηση εκπαίδευση κατάρτιση σπουδή μαθητεία αφομοίωση πρόσκτηση μύηση εμπέδωση εξοικείωση μελέτη διδαχή διδασκαλία εξάσκηση επιμόρφωση κατάκτηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας απαιτεί συνεχή εξάσκηση και υπομονή.
- Ξεκίνησε μαθήματα για την εκμάθηση παραδοσιακών μουσικών οργάνων.
- Οι νέες τεχνολογίες διευκολύνουν την ταχύτατη εκμάθηση βασικών δεξιοτήτων πληροφορικής.
- Η μηχανική εκμάθηση αποτελεί κεντρικό πυλώνα της σύγχρονης τεχνητής νοημοσύνης.