εκφέρω

ρήμα

1. Αρθρώνω ή παράγω με τα φωνητικά όργανα φθόγγους, συλλαβές ή λέξεις.

2. Διατυπώνω ή κοινοποιώ προφορικά ή γραπτά μια σκέψη, γνώμη ή κρίση.

3. (γραμματική) Χρησιμοποιώ ρηματικό τύπο με συγκεκριμένη έγκλιση ή τρόπο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Δεν δίστασε να εκφέρει ανοιχτά την αντίθεσή του στα νέα μέτρα.
  • Το παιδί χρειάζεται λογοθεραπεία, καθώς δυσκολεύεται να εκφέρει ορισμένα σύμφωνα.
  • Πριν εκφέρεις γνώμη για έναν άνθρωπο, καλό είναι να τον γνωρίσεις πρώτα.
  • Στα αρχαία ελληνικά, η συγκεκριμένη πρόταση εκφέρεται με ευκτική.