εκφόρτωση
ουσιαστικό1. Η ενέργεια ή η διαδικασία αφαίρεσης φορτίου από μεταφορικό μέσο (πλοίο, φορτηγό, αεροπλάνο κ.λπ.) ή αποθηκευτικό χώρο.
2. (Πληροφορική) Η μεταφορά ψηφιακών δεδομένων από απομακρυσμένο διακομιστή σε τοπικό υπολογιστή ή συσκευή.
Συνώνυμα
ξεφόρτωμα ξεφόρτωση αποφόρτωση άδειασμα εκκένωση κατέβασμα λήψη αποφόρτιση αποβίβαση ξαλάφρωμα ανακούφιση απόθεση απαλλαγή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εκφόρτωση των εμπορευματοκιβωτίων στο λιμάνι καθυστέρησε λόγω της κακοκαιρίας.
- Η αυτόματη εκφόρτωση των ενημερώσεων απαιτεί σταθερή σύνδεση στο διαδίκτυο.
- Η διαδικασία ασφαλούς εκφόρτωσης των καυσίμων πραγματοποιείται με αυστηρά πρωτόκολλα προστασίας.
- Ένιωσε μια βαθιά ψυχική εκφόρτωση μόλις ολοκλήρωσε το δύσκολο έργο που του είχε ανατεθεί.