ενδύω
ρήμα1. Βάζω ρούχα σε κάποιον ή καλύπτω το σώμα με ένδυμα· ντύνω.
2. Περιβάλλω κάτι με εξωτερικό κάλυμμα ή επένδυση.
3. Προσδίδω μεταφορικά σε κάτι μια συγκεκριμένη μορφή, έκφραση ή ιδιότητα (π.χ. νομιμοφάνεια, κύρος).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ιερέας ενέδυσε το βρέφος με τον λευκό βαπτιστικό χιτώνα.
- Προσπάθησε να ενδύσει τις παράνομες πράξεις του με έναν μανδύα νομιμοφάνειας.
- Οι υπηρέτριες ένδυαν τη βασίλισσα με τα επίσημα ενδύματα της τελετής.
- Σχεδιάζουν να ενδύσουν την πρόσοψη του κτιρίου με πλάκες μαρμάρου.