ενοχοποιώ
ρήμα1. Παρουσιάζω ή αναφέρω στοιχεία, μαρτυρίες ή ισχυρισμούς που καθιστούν κάποιον υπόλογο για ένα αδίκημα ή παράπτωμα.
2. Κατηγορώ ή αποδίδω ευθύνη σε κάποιον με τρόπο που τον εμφανίζει ένοχο απέναντι στο νόμο ή στην κοινή γνώμη.
Συνώνυμα
προσάπτω κατηγορώ εμπλέκω καρφώνω φωτογραφίζω στοχοποιώ καταλογίζω καταδεικνύω συκοφαντώ επιρρίπτω επιβαρύνω μαρτυρώ δεικνύω υποδεικνύω στιγματίζω καταδικάζω κατονομάζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Με αυτό το βίντεο ενοχοποιώ τον πρώην συνεργάτη μου για απάτη.
- Τα νέα στοιχεία ενοχοποιούν τον ύποπτο στην υπόθεση.
- Οι επιστήμονες ενοχοποιούν το μπλε φως για τη διαταραχή του ύπνου.
- Δεν θέλω να ενοχοποιώ άδικα κάποιον χωρίς αποδείξεις.
- Η καταγραφή της συνομιλίας ενοχοποίησε την εταιρεία για παράνομες πρακτικές.