εξισορροπώ
ρήμα1. Φέρνω ή διατηρώ κάτι σε κατάσταση φυσικής ισορροπίας.
2. Αντισταθμίζω αντίθετες δυνάμεις, επιδράσεις, έξοδα ή ελλείμματα ώστε να επέλθει ισοτιμία ή ουδετερότητα.
Συνώνυμα
ισορροπώ αντισταθμίζω ισοζυγίζω ισοσκελίζω εξισώνω συμψηφίζω ουδετεροποιώ σταθεροποιώ ρυθμίζω ομαλοποιώ ισοφαρίζω αναπληρώνω μετριάζω αποκαθιστώ καλύπτω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Προσπαθεί καθημερινά να εξισορροπήσει τις απαιτήσεις της δουλειάς με την οικογενειακή ζωή.
- Τα αυξημένα έσοδα του τουρισμού κατάφεραν να εξισορροπήσουν το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου.
- Ο ακροβάτης άνοιξε τα χέρια του για να εξισορροπήσει πάνω στο λεπτό σύρμα.
- Η ωριμότητα και η ψυχραιμία του εξισορροπούν τον παρορμητισμό των νεότερων συναδέλφων του.