εξοικείωση
ουσιαστικό1. Η διαδικασία ή το αποτέλεσμα της απόκτησης γνώσης, εμπειρίας και άνεσης στη χρήση ή κατανόηση ενός αντικειμένου, συστήματος ή περιβάλλοντος.
2. Η ανάπτυξη φιλικής ή άνετης σχέσης με κάποιο πρόσωπο.
Συνώνυμα
εγκλιματισμός προσαρμογή αφομοίωση μύηση συνήθεια τριβή ενσωμάτωση γνωριμία οικειότητα εκμάθηση εμπέδωση προσέγγιση εξάσκηση κατάρτιση εναρμόνιση
Αντώνυμα
αποξένωση αποστασιοποίηση απροσαρμοστικότητα απομάκρυνση ασυνήθεια απειρία άγνοια απομόνωση απόσταση ψυχρότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εξοικείωση των μαθητών με τα νέα ψηφιακά εργαλεία απαιτεί χρόνο και κατάλληλη καθοδήγηση.
- Μέσα από την καθημερινή συνεργασία επήλθε γρήγορα μια εξοικείωση ανάμεσα στα μέλη της ομάδας.
- Απαιτείται σταδιακή εξοικείωση με το μεγάλο υψόμετρο πριν ξεκινήσει η τελική ανάβαση στο βουνό.
- Το σεμινάριο στοχεύει στην πλήρη εξοικείωση του προσωπικού με τους νέους κανονισμούς ασφαλείας.