επίκριση

ουσιαστικό

Έκφραση δυσμενούς κρίσης, έντονης δυσαρέσκειας ή αποδοκιμασίας απέναντι σε πράξεις, παραλείψεις, λόγια ή συμπεριφορές κάποιου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η απόφαση της κυβέρνησης προκάλεσε τη σφοδρή επίκριση των κομμάτων της αντιπολίτευσης.
  • Φοβόταν την κοινωνική επίκριση και για αυτό προτίμησε να κρατήσει κρυφή τη σχέση του.
  • Το νομοσχέδιο δέχτηκε έντονες επικρίσεις από νομικούς κύκλους για παραβίαση των ατομικών δικαιωμάτων.
  • Αντί για την αναμενόμενη κατανόηση, η συμπεριφορά του συνάντησε τη γενική επίκριση των παρευρισκομένων.