επανεγκατάσταση
ουσιαστικό1. Η εκ νέου εγκατάσταση ανθρώπων, πληθυσμών ή προσφύγων σε έναν τόπο διαμονής ή προέλευσης.
2. Η εκ νέου τοποθέτηση, σύνδεση ή ρύθμιση μηχανήματος, συσκευής, εξοπλισμού ή λογισμικού σε πληροφοριακό σύστημα.
Συνώνυμα
επανατοποθέτηση επαναφορά μετεγκατάσταση αποκατάσταση επαναπατρισμός επανένταξη μεταστέγαση ανασύσταση αναδιοργάνωση επαναφόρτωση ανακατάληψη επανοίκηση επανοργάνωση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Χρειάστηκε να κάνω πλήρη επανεγκατάσταση του λειτουργικού συστήματος μετά τον ιό.
- Το διεθνές πρόγραμμα προβλέπει την επανεγκατάσταση χιλιάδων προσφύγων σε ασφαλείς χώρες.
- Η επανεγκατάσταση του παλιού υπουργού στην ηγεσία του κόμματος προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
- Οι τεχνικοί ολοκλήρωσαν την επανεγκατάσταση της γραμμής παραγωγής στο νέο εργοστάσιο.