επεξήγηση
ουσιαστικό1. Προφορική ή γραπτή ανάλυση και διευκρίνιση ενός ζητήματος ή κειμένου με σκοπό να γίνει σαφέστερο και πλήρως κατανοητό.
2. Σχόλιο, σημείωση ή υπόμνημα που συνοδεύει ένα κείμενο, σχεδιάγραμμα ή πίνακα προς αποσαφήνιση.
Συνώνυμα
εξήγηση διευκρίνιση αποσαφήνιση διασάφηση ερμηνεία ανάλυση σχολιασμός διαφώτιση υπόμνημα σχόλιο ανάπτυξη παράφραση υποσημείωση εκλαΐκευση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Χρειάζεται περαιτέρω επεξήγηση το άρθρο του νόμου για να γίνει κατανοητό από το ευρύ κοινό.
- Στο κάτω μέρος της σελίδας υπάρχει αναλυτική επεξήγηση για τα σύμβολα του διαγράμματος.
- Ο καθηγητής έδωσε χρήσιμες επεξηγήσεις σχετικά με τη λύση του προβλήματος.
- Στη φράση «ο Όμηρος, ο επικός ποιητής», η δεύτερη ονοματική φράση λειτουργεί ως επεξήγηση.