επικόλληση
ουσιαστικό1. Η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κολλήματος ενός αντικειμένου επάνω σε μια επιφάνεια με τη χρήση συγκολλητικής ουσίας.
Συνώνυμα
κόλλημα προσκόλληση συγκόλληση πρόσφυση στερέωση εισαγωγή ένωση τοποθέτηση ενσωμάτωση εφαρμογή επίθεση παράθεση ανάρτηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η επικόλληση της αφίσας στον τοίχο έγινε με ειδική κόλλα για να αντέχει στη βροχή.
- Για να μεταφέρεις το κείμενο, πάτησε πρώτα αντιγραφή και στη συνέχεια επικόλληση.
- Απαιτείται η επικόλληση χαρτοσήμου πάνω στην αίτηση πριν την υποβολή της στην υπηρεσία.
- Η επικόλληση ετικετών σε ανθρώπους βάσει στερεοτύπων είναι επιζήμια συνήθεια.