ευθυγραμμίζομαι
ρήμα1. Τοποθετούμαι ή μπαίνω στην ίδια ευθεία γραμμή με άλλα πρόσωπα ή αντικείμενα.
2. Συμμορφώνομαι, συντάσσομαι ή ταυτίζομαι με κοινές απόψεις, κανόνες, υποδείξεις ή πολιτικές γραμμές.
Συνώνυμα
στοιχίζομαι συντάσσομαι συμμορφώνομαι εναρμονίζομαι συντονίζομαι προσαρμόζομαι συμπλέω ταυτίζομαι συνταυτίζομαι πειθαρχώ ακολουθώ συμφωνώ υπακούω συσπειρώνομαι αλφαδιάζομαι ισιώνω
Αντώνυμα
αποκλίνω διαφοροποιούμαι παρεκκλίνω αποστασιοποιούμαι αντιτίθεμαι διαφωνώ απειθαρχώ λοξοδρομώ συγκρούομαι στραβώνω
Παραδείγματα χρήσης
- Οι στρατιώτες κλήθηκαν να ευθυγραμμιστούν σε μία σειρά πριν από την έναρξη της επιθεώρησης.
- Όλοι οι υπουργοί οφείλουν να ευθυγραμμίζονται πλήρως με τις κατευθυντήριες γραμμές του πρωθυπουργού.
- Η επιχείρηση προσπαθεί να ευθυγραμμιστεί με τα νέα ευρωπαϊκά πρότυπα προστασίας του περιβάλλοντος.
- Αν δεν ευθυγραμμιστούν σωστά οι τροχοί του οχήματος, θα προκληθεί άνιση φθορά στα ελαστικά.