ευτραφής

επίθετο

Που έχει σώμα ανεπτυγμένο και παχύ λόγω καλής διατροφής· εύσωμος, παχουλός, συνήθως ως ευφημιστικός ή ευγενικός χαρακτηρισμός.

Συνώνυμα

εύσωμος παχουλός καλοθρεμμένος παχύς χοντρός γεμάτος στρουμπουλός τσουπωτός ψωμωμένος αφράτος βαρύσωμος παχύσαρκος σωματώδης ογκώδης χυμώδης νταβραντισμένος μπερεκετλής

Αντώνυμα

αδύνατος ισχνός λιπόσαρκος λεπτός κοκαλιάρης σκελετωμένος ξερακιανός καχεκτικός στεγνόσαρκος κακοθρεμμένος στεγνός ατροφικός

Παραδείγματα χρήσης

  • Ήταν ένας ευτραφής κύριος με στρογγυλό πρόσωπο και καλοσυνάτο χαμόγελο.
  • Ο γιατρός συνέστησε στην ευτραφή ασθενή να προσέξει περισσότερο τη διατροφή της.
  • Παρά το γεγονός ότι ήταν αρκετά ευτραφής, χόρευε με αξιοσημείωτη χάρη και ευλυγισία.
  • Το μωρό γεννήθηκε ιδιαίτερα ευτραφές, με ροδαλά και γεμάτα μαγουλάκια.