ζαλάδα
ουσιαστικό1. Δυσάρεστη αίσθηση απώλειας ισορροπίας, ιλίγγου και περιστροφής του περιβάλλοντος ή παροδικής εξασθένησης των αισθήσεων.
2. Κατάσταση πνευματικής σύγχυσης, θολώματος ή μέθης.
3. (Μεταφορικά) Έντονη ενόχληση, φασαρία, έγνοια ή σκοτούρα.
Συνώνυμα
ζάλη ζάλισμα παραζάλη ίλιγγος σκοτοδίνη σκοτοδινίαση θολούρα θόλωμα σκοτοφορά σκοτούρα ανακάτεμα στροβιλισμός λιγοθυμιά σύγχυση πονοκέφαλος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σηκώθηκε πολύ απότομα από το κρεβάτι και ένιωσε μια ξαφνική ζαλάδα.
- Με τον καύσωνα και την αφυδάτωση, οι ζαλάδες δεν άργησαν να εμφανιστούν.
- Χαμήλωσε λίγο την τηλεόραση, μου έφερες μεγάλη ζαλάδα με τόση φασαρία.
- Η ζαλάδα από το χθεσινό ξενύχτι και το ποτό δεν τον άφηνε να συγκεντρωθεί στη δουλειά.