θεμελιώνω
ρήμα1. Βάζω τα θεμέλια ενός κτίσματος, ξεκινώ την ανέγερσή του.
2. Θέτω τις βάσεις για τη δημιουργία, ανάπτυξη ή λειτουργία ενός θεσμού, συστήματος ή κατάστασης.
3. Στηρίζω λογικά, τεκμηριώνω με επιχειρήματα ή αποδείξεις μια άποψη, θεωρία ή δικαίωμα.
Συνώνυμα
βασίζω στηρίζω τεκμηριώνω εδραιώνω ιδρύω αιτιολογώ εδράζω στεριώνω οικοδομώ χτίζω εγκαθιδρύω παγιώνω αποδεικνύω δικαιολογώ στήνω νομιμοποιώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Την επόμενη εβδομάδα ο δήμαρχος θα θεμελιώσει το νέο κλειστό γυμναστήριο της περιοχής.
- Ο συνήγορος προσπάθησε να θεμελιώσει την υπερασπιστική του γραμμή σε ακλόνητα νομικά επιχειρήματα.
- Οι πρωτοπόροι επιστήμονες του περασμένου αιώνα θεμελίωσαν τη σύγχρονη κβαντική φυσική.
- Δεν μπορεί να θεμελιωθεί αξίωση για αποζημίωση χωρίς την προσκόμιση των απαραίτητων αποδείξεων.