κάζο
ουσιαστικό1. Απροσδόκητη, εξευτελιστική αποτυχία ή πανωλεθρία που προκαλεί τον χλευασμό και την καζούρα των άλλων.
2. Δυσάρεστο πάθημα, φάρσα ή εξαπάτηση εις βάρος κάποιου που οδηγεί στη γελοιοποίησή του.
Συνώνυμα
στραπάτσο φιάσκο ρεζιλίκι ξεφτίλισμα ξεφτίλα πανωλεθρία χουνέρι πάθημα αποτυχία γελοιοποίηση διασυρμός ήττα συντριβή καταισχύνη ναυάγιο γκέλα στραβοπάτημα πατάτα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μεγάλο κάζο έπαθε η ομάδα μας χθες, χάνοντας με πέντε γκολ διαφορά από το αουτσάιντερ.
- Δεν μπορώ να ξεχάσω το κάζο που έπαθε στις εξετάσεις όταν τον έπιασαν να αντιγράφει.
- Πήγε να τους κοροϊδέψει, αλλά στο τέλος έφαγε ο ίδιος τέτοιο κάζο που ντρεπόταν να κυκλοφορήσει.
- Η ξαφνική ακύρωση της εκδήλωσης αποτέλεσε ανεπανόρθωτο κάζο για τους διοργανωτές.